Σελίδες

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

παρουσία



Μαγικές.
               Μαγειρικές.
                                   Γιατρικές.
                                                    Επιτυχίας
Ιδού  η  απορία:  Να έχεις  ή  να μην έχεις   Συνταγές; 
                                                                                     
Κάτω.
Απ' τις σκάλες. ναι.
Δεν μπαίνω εγώ σε ασανσέρια.
Όλα θα στα πω. Στάσου. Με τη σειρά τους.
Θες να σου δώσω συνταγές; Να χεις γραμμένο, τι να κάνεις...
Μα  έτσι όπως γίνηκε η ζωή,  πώς  θες να κάμεις  το οτιδήποτε;  Με τι χρόνο;
Μπάστα.
Μομέντο, αμόρε...
Ασπέτα.  Καπίτο.  Σέντι:
μια κόκκινη, της αγάπης, μακαρονάδα
βάζεις το λάδι και κρεμμύδι, τομάτα την φρέσκια 
αλάτι, ζάχαρη,  κρασί, κανέλλα, βάζεις βασιλικό και ρίγανη, βάζεις ... άκου μυστικό
ψιτ,
βάζεις, [αχ]
μια σταλιά έτσι ,τόσο
για το άρωμα, πουλάκι μου,άκου:
βούτυρο.. ναι , βούτυρο φρέσκο, αγελάδος!
αυτή είναι η συνταγή, τόσο καλή, τόσο απλή φαίνεται.
Μα πρέπει να 'σαι από πάνω. Όπως σ' ένα μωρό παιδί  Το νου σου.. 
Προσέχεις  μην κάψει,  παραβράσει,  ξινίσει,  πικρίσει, ξεχυλίσει,  πιτσιλίσει,
Φτάσαμε. Εξώπορτα. Να 'χεις την ευχή μου!  Ωραία η κοπέλα σου! Φτιάξε τη σάλτσα
και θα με θυμηθείς.


                                                                             ------------


Σε καλό μου!
Πώς χαλάσανε έτσι, ο κόσμος;
Μαθητευόμενοι Μάγοι!
Τι συνταγές  και τι... ρετσέτες;
Στην αγάπη; Στην κουζίνα; Στη γιατρική; Στην αγάπη, μωρέ; 
Παίδεμα θέλει. Πώς αλλιώς;
Κόπο... Πώς το λένε; 

- Προσοχή!
  
- Α, γεια σου...
Παρουσία.
Να είσαι εκεί. Από πάνω.
Γι' αυτό πάνε όλα χαμένα.
Σκορπίσαμε.
Τι να σου λέω, τώρα...
Στρίψε δεξιά. Το δεύτερο σπίτι. Αυτό με τον κήπο.
Μη φύγεις αμέσως. Να με δεις να μπαίνω. Πόσο λέει;
- 20 ευρώ!

- Τι λες, βρε παιδάκι μου; ................ ........ ...... ......... τι λες βρε παιδάκι μου;

Άμε στο καλό. 
Μπήκα! 
                                                                                                                                      ....Φαρμακείο το ταξί....




----
Αυτή η ανάρτηση δε λέει κάτι το νέο. Είναι συγγενής με πολλές άλλες.
Συγγενής.
Στη θεια Σταυρούλα της Σικελίας, αφιερωμένο.

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

νυχτέρι



Αν είχατε νυχτέρι
και μείνατε ξυπνητοί για να αλλάξει ο χρόνος,
και σας αρέσουνε τα κάλαντα,
κι οι ιστορίες οι παλιές,
θα σας πω μιαν ιστορία των ημερώνε.

Τηνε βάφτισα
"Του ξωτάρη* το πάθημα" 
Ήτανε Παραμονή τ' Αγίου Βασιλείου, κι ένας γέρος είχε ξωμείνει, μονάχος, στην εξοχή.
Το φρόνιμο θα 'τανε, αφού είχενε ταΐσει και φυλάξει τα ζώα, να γυρίσει γλήορα γλήορα στη Χώρα για τον ασπερινό... Γιατί, τη νύχτα κείνη, οι άντρες θα κάνανε γύρα για τα κάλαντα. Κι άμα είχανε μαζί και τις τσαμπούνες... εκεί να δεις, τραγούδια και πειράγματα!
Τα κάλαντα στοχάστηκε κι ο γέρος αφού τέλειωσε τις δουλειές του, κι έβγαλε την τσαμπούνα του από το σακούλι να τη δοκιμάσει. Του εφάνη κομμάτι στριγγιά και την έλυσε για να την εξετάσει. Του πήρε ώρες να ταιριάξει τα μπιμπίκια... Αφού πια την έστρωσε, και λαλούσε κατά πως έπρεπε, την έδεσε και πάλι όπως πρώτα. Τηνε πότισε και τσίπουρο, ήπιενε κι ελόγου του, και βάλθηκε να παίζει. 



Έπαιξενε κι έπαιξενε... τραγούδια του χορού... μπάλους και πόλκες... 
και τέλειωσε να παίζει πια με τον Άη Βασίλη. Κι εκεί έπιασε το τραγούδι. Ακουμπούσε στο μάγουλο το κόκκαλο και τραγουδούσε όσο πιο δυνατά μπορούσε, ως έκαμε στη νιότη του.


     Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά 
   αρχή -αρχή του Γεναρίου 
και εορτή του μάκαρος 
Αγί -Αγίου Βασιλείου
Αγιος Βασίλης έρχεται
από -από την Καισαρεία
βαστά εικόνα και χαρτί
χαρτί -χαρτί και καλαμάρι
το καλαμάρι έγραφε 
και το -και το χαρτί ομίλειε:
Βασίλη πόθεν έρχεσαι 
και πο -και πόθεν κατεβαίνεις
από τη μάνα μ' έρχομαι
και στο -και στο σχολειό πηγαίνω
Κάτσε να φας κάτσε να πιες
κάτσε -κάτσε να τραγουδήσεις
κάτσε τον πόνο σου να πεις
να μας -να μας καλοκαρδίσεις
Εγώ γράμματα μάθαινα
τραγού -τραγούδια δεν ηξεύρω
και σαν ηξέρεις γράμματα
πες μας -πες μας την αρφαβήτα
και στο ραβδί του ακούμπησε
να πει -να πει την άρφαβήτα
ξερό ραβδί χλωρό ραβδί
χλωρά -χλωρά βλαστάρια επέτα
κι απάνω στα κλωνάρια του
περδι -περδικες κελαηδούσαν
δεν ήσαν μόνο πέρδικες 
ήσαν -ησάν και τρυγονάκια
να κατεβαίνουν στο γιαλό
να πι -να πίνουν ν' ανεβαίνουν
να ραίνουν τον αφέντη μας
τον πο -τον πολυχρονεμένο
....
Έτσι επέρασεν η ώρα και άρχισε να νυχτώνει. 
Αφού φχαριστήθηκε για καλά την τσαμπούνα, θυμήθηκεν ο γέρος να γυρίσει σπίτι του. Φορτώσε το μουλάρι του, και πήρε το δρόμο κι όλο σφύριζε και κανένα απ' τα παινέματα, τα κρυφά, και γελούσαν και τα μουστάκια του.

Κει που κατηφόριζε στ' Αη Λια το ρέμα ... σ' ένα τρίστρατο... σαν ν' ακουσε κι άλλη μια φωνή εξόν απ' τη δική του. 
Δίνει προσοχή, 
κι ακούει ένα κλάμα,
μα τι κλάμα! 
Σου σπάραζε την ψυχή. 
Κοιτάει αυτού, κοιτάει παραπέρα, και γλιέπει και σε μια ξερολιθιά... 
ένα μικρούλικο παιδί.
Το συμπόνεσεν πολύ, ο γέρος... και του 'πενε:

- Γιόκα μου,οφού! Να σε χαρώ, τι κάμεις οδώ όξω;
- Έπεσα από το ζώο μου. Το δρόμο δεν τον ξεύρω.
Πορπάτησα, πορπάτησα, και έχω μπαϊλντήσει.
- Σώπα, παιδί μου, και μην κλαις. Σε παίρνω εγώ, μαζί μου.

Σαρτάρισε ο μικρός στα καπούλια του μουλαριού.



Εμίλιε ο γέρος, ώρες και ώρες, μη τυχόν και θυμηθεί το παιδί το λόγο πού 'κλαιγε. Έλεγε, για τους κιντύνους της νύχτας. Για τις καλές κυράδες που άμα σε περιλάβουνε σε χορεύουνε μέχρι που να σε σκάσουνε. Κι άμα σου μιλούνε δεν πρέπει να τους μιλείς, μόνε να κρατάς ένα κομμάτι ψωμί και σπίρτα. Και για τους καλλικατζάρους που είχαν έρθει στη γη απ' την Παραμονή των Χριστουγέννων.. Που κάνουν τούτο και κείνο, που ναι μια σταλιά, που χουνε μάτια φλόγινα, δοντια τέτοια....
Έλεγε, έλεγε... και χανόταν πίσω τους οι εξοχές...
Κι απάνω που 'λεγε, κειές τσι ιστορίες... γίνεται, να σε χαρώ, η χάλαση του κόσμου.
Βοή τρανή.... σεισμός της γης... Έτριζεν η στεφάνη του βουνού...  
και κατεβαίναν οι βολάδες...
ολάκεροι βράχοι να φράξουνε το δρόμο.
Ο γέρος τα χε χαμένα.
Κι ακούει εκείνη την ώρα ένα γέλιο φοβερό που σού κοβε το αίμα.
-  χε  χε  χε  χε χε
 
Γυρνάει να δει πίσω του, και... τι να δει!
Το παιδί ήτονε... που γελούσε! Κι είχε, όπως στο λέω... μάτια κόκκινα της φλόγας και δόντια κοφτερά, μαλλιά δυο πήχες, και τα ποδάρια του είχανε μακρύνει... που σερνούντανε χάμου... Τον είχε πιάσει ο καλλικάντζαρος για τα καλά! ... και δεν τον άφηνε το γέρο.

Πώς του κοψε κείνη την ώρα, πιάνει μια τα σπίρτα του και το ψωμί που χενε στην τσέπη, και σταμάτησεν η χάλαση. Δίνει μια του καλλικατζάρου με όλη του τη δύναμη και τον πετάει σε κάτι φρύγανα,  πιάστηκαν τα μαλλιά του, πού να φύγει;
Δίνει ευτύς ο γέρος μια τσεντιά δυνατή του μουλαριού, κι όπου φύγει φύγει.

Δεν ματακοίταξεν πίσω του.
Κι από την κάμαρή του έκανε μέρες να βγει.

Γι αυτό κι εγώ φοβούμαι τις νύχτες των γιορτάδων να μένω στις εξοχές
μην τύχει και τονε δω,  
κειό τον καλλικάτζαρο, 
ζωντανόν, εμπρός μου. 


... και από χρόνου θα σας πω
και σας περί ευχαριστώ
ευτυχές - ευτυχές το νέο έτος
να περά- να περάσουμε και φέτος 



-------------------------------
* ξωτάρης στα τζιώτικα είναι ο κάτοικος της εξοχής.
Πρόκειται για δική μου διασκευή μιας ιστορίας
που έλεγε η προγιαγιά η Χρυσώ από τα Ελληνικά,
στον πατέρα μου, όταν τη φιλοξενούσανε στη Χώρα, για τις γιορτάδες.





Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

γιορτές!!!




Τι ;

Να έχεις γιορτές

Να έχεις ετοιμασίες, λάτρα, ψώνια, ψησίματα

να βγάλεις τα γιορτινά σου απ' τα μπαούλα

Όσο πιο πολύ στολισ(τ)εις... τόσο πιο χαρούμενες να γίνουν

να δουν τα παιδιά το σπίτι στολισμένο, να μπουν να πουν τα κάλαντα.


Να τ' αφήσεις να σου πουν όλα τα λόγια που ξέρουν, να συνεχίσεις όσο ξέρεις εσύ

δυνατά με τρίγωνα  με όργκανα με τούμπανα με κύμβαλα με κρότους

κι όσο πιο πολύ χαμογελάσεις τόσα χαμόγελα να σου ανταποδόσει η τύχη

Να ξεκουραστείς, να δεις τους δικούς σου, να επισκεφτείς, να δώσεις χαρά, να ταξιδέψεις

κάνε Ό,ΤΙ  μπορείς αυτές τις γιορτές, λάμψε σαν άστρο και μπες επάνω, στην κορυφή  μου

    Χρόνια πολλα marie,  
Χρόνια πολλά Λύχνε
 Χρόνια πολλά JonyG
 Χρόνια πολλά Stathis
  Χρόνια πολλά Sheena
 Χρόνια πολλά Anemos
 Χρόνια πολλά evonita,
Χρόνια Πολλά nefosis
 Χρόνια πολλά Dimitra,
 Χρόνια πολλά Αιναφετς
 Χρόνια Πολλά wild rose, 
Χρόνια πολλά me (maria)
Χρόνια πολλά talibanoula,
Χρόνια πολλά Skroutzakos

Χρόνια πολλά Αγγελική, Χρονια πολλά Flora Gia, Xρόνια πολλά Δάφνη Χρονοπούλου,Χρονια πολλά Summertime blues, Χρόνια πολλά anna, Χρόνια πολλά Apokalypsis999, Χρονια πολλά @iris, Χρόνια πολλά sokaktsou, Χρόνια πολλά κ για τη γιορτή σου Christina D, Χρόνια πολλά onlyandjustme , Χρόνια πολλά misoagnosti, Χρόνια πολλά Stella manto, Χρόνια πολλά sstamoul, Χρόνια πολλά Δελφινάκι, Χρόνια πολλά Λυδία, Χρόνια πολλά Φανή Π. Χρόνια πολλά αχτίδα, Χρόνια πολλά Zambia, Χρόνια πολλά Kapa, Χρόνια πολλά Mary Ginger, Χρόνια πολλά Eleni Bouchli, Χρόνια πολλά voulaki, Χρόνια πολλά nasia,Χρόνια πολλά Georgina, Χρόνια πολλά Daeira mommy, Χρόνια πολλά miranta, Χρόνια πολλά Ρεγγίνα, Χρόνια πολλά princess, Χρόνια πολλά Evita Rentzi, Χρόνια πολλά Despoina, Χρόνια πολλά k.mer, Χρόνια πολλά Σάββα  και  ΔΗΜΗΤΡΑ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ Χρόνια πολλά Marie τριανταφυλλένια, Χρόνια πολλά madame Pelagie, Χρόνια πολλά Kiki, Χρόνια πολλά pergamonto, Χρόνια πολλά Ελένη Φλογερά, Χρόνια πολλά Δaνaη, Χρόνια πολλά  Irene, Χρόνια πολλά  Riski, Χρόνια πολλά Denise Bitha, Χρόνια πολλά Evie, Χρόνια πολλά dear e-diary,  Χρόνια  πολλά Μαμα  Κουκουβάγια  Βέρα,  Χρόνια  πολλά  kwnnie. Χρόνια πολλά MyStickland, Χρόνια πολλά Parents Land Gr, Χρόνια πολλά L.(itsa), Χρόνια πολλά Μ. Χρόνια πολλά mama sto dromo, Χρόνια πολλά mark29, Χρόνια πολλά andrik, Χρόνια πολλά lolipop, Χρόνια πολλά Katerina Verigka, Χρόνια πολλά Neli, Χρόνια πολλά Χρυσούλα Μαυροπούλου, Χρόνια πολλά Μαρία Νι,Χρόνια πολλά Φιλιτσα Αγαπητού,Χρόνια πολλά  Karyatida62 όπου κι αν είσαι, Χρόνια πολλά Ελπίδα, Χρόνια πολλά Χαρά Θ. Χρόνια πολλά Konstantina, Χρόνια πολλά Mamma El, Χρόνια πολλά Όστρια, Χρόνια Πολλά Χρυσούλα (καλωσήρθες ξανά), Χρόνια πολλά Φιλία ( καλωσήλθες! το όνομά σου είναι ευχή από μόνο του,ε;), Χρόνια πολλά dimiscon (καλωσήλθες με την παντζαροζ - σαλάτα ανά χείρας), Καλή Χρονιά ΕΝΑ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ!!!!

Χρόνια πολλά σε παλιούς φίλους του ιστολογίου που δεν έχουν ακόμα σχολιάσει, Χρόνια πολλά σε νέους φίλους, Χρόνια πολλά στους επισκέπτες, Χρόνια πολλά στους συναδέλφους συνεργάτες και λοιπούς συγγενεις, Χρόνια πολλά στα παιδιά όλου του κόσμου από 0 έως 120 ετών!!!  Χρόνια πολλά!!!

 

Αν ξέχασα κανέναν, τον προκαλώ να σχολιάσει ευχόμενος,
και 
 Αν με δείτε στο δρόμο, θα με γνωρίσετε αμέσως, γιατί θα είμαι κάπως έτσι:





 

-------
Θα επανέλθω με κάλαντα!! 



Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

παραμύθία


Πρώτα... 
είναι σα ψέμα
σα να μην έγινε
σαν να μην είσαι εσύ
σα να μην άκουσες 
σα να μην είδες 
αυτό

Ύστερα...
χάνεις τον κόσμο
τίποτα δεν είναι στη θέση του
θέλεις να δεις και δε μπορείς
πόσο χιόνι 
και 
πόση έρημος
σε κατέκλυσαν ως άνω
πνίγεσαι
πλημμυρίζεις
πονάς σε μέρη που ούτε είχες φανταστεί
νιώθεις πως χάνεσαι
χάθηκες κι εσύ

χέρια δικά σου
ώμο ενός άλλου
μια αγκαλιά σφιχτή
ένα σώμα να σε σκεπάσει

παραμυθία
γιατρικό 
χάδια και λόγια 
γλυκά καθησυχαστικά 
παραμύθια

σε μια στιγμή, έ;
έγινες πάλι μωρό
το κλάμα σου διαπεραστικό
ενώθηκε ψηλά, με την πίκρα του κόσμου

τόσα παιδιά χαμένα

δέχτηκαν ξάφνου
όλη μας την αγάπη 
αυτήν
που είναι ικανή να ταξιδέψει 
πιο γρήγορα απ' το φως 

αχ ... κι όμως άργησες αγάπη

το 'χεις ξανακάνει θαρρώ

δεν έχεις άλλοθι
έπρεπε να 'σουν... πριν!
να σουν εκεί! "απίκο" 
σαν απο μηχανής θεά
να δώσεις ένα τέλος άλλο!

καλωσήρθες 
κι ας άργησες
πώς θα ήταν τα πράγματα χωρίς εσένα;


(πάμε ξανά)
Εις το όνομα της αγάπης...

                      

--------------------------------
Άλλος ένας κύκλος οργυτοκίνης
να μην ξεχνιόμαστε...
να μην ξεχνάμε κανένα παιδί
να μην αφήνουμε την αγάπη να μορφώνεται σε κάτι άλλο.

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

να έχεις δασκάλους



Κάποτε 
μαζευτήκανε, που λέτε, 
κάμποσοι δάσκαλοι. 
νέοι και παλαιοί, 
συνάδελφοι αναμεταξύ τους,
να γενούνε μαθητές ο ένας του αλλονού, 
να πούσι ο καθείς τα μυστικά τση διδασκαλίας.
Εσύ πώς τους τα λες;
Ετσά τα λέω, και ακούσι με οι μαθητές.
Εσύ;
Εγώ ε μιλώ, μονέ δείχνω... κι απέ, κάμνουσι ό,τι μπορούσι.
Κι εσύ, μαθές;
Εγώ τους λέω ψάχτε! ... κι ακόμα ψάχνουσι... 

Έτσι έγινε. Aκόμα συζητούσι. 
Τι σόι μάθημα είναι τούτο που κάμνουσι,
κι οι μαθητές έχουνε πάρει, χαρά μου, τσι ρούγες;


-Εσένανε, πουλί μου,
ποίος ήτον ο δάσκαλος που σ' έκαμε δάσκαλον;

-Ο κύρης μου ήτο,
http://marvak.blogspot.gr/2011/03/old-school-style.html
που με εδιάβαζε τα καλοκαίρια
μ' είχε δεμένον ε μ' αφηνε α φύω
α δε του καμα κεινό που μου 'χενε για την ημέρα ορισμένο.
Κι ήτο καλός ... πολλάν καλός...
Κι είχε για μένανε σκοπό να γένω άνθρωπος:
μόνο με το λόγο, να λύνω τα προβλήματά μου.
Τόσον καλά μελετημένος ήτον,
τόσον τακτικός
που τον ζηλεύγασι οι δάσκαλοι μου οι άλλοι.

- Δεν ήξευρα, 
  πιστεύγεις το;  
  πως ο πατέρας σου είναι δάσκαλος....

- Ούτε κι εκείνος. Μου φτάνει που το ξεύρω εγώ.


--------------------------------------------
"Σπουδή" σε ντοπιολαλιά
αφιερωμένη στον πατέρα μου, 
τον πιο φωτισμένο

το γένος είναι, σ' όλο το κείμενο, σερνικό
γιατί ακόμη υπάρχουν μέσα μας τα στερεότυπα

επίσης είναι αφιερωμένο σε όλους όσους συνεχίζουν να ψάχνουν τη γνώση 

με κάθε τρόπο σε κάθε τόπο.
(αφετηρία η εισαγωγική επιμόρφωση 26-30/11/2012)

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

καλλιτεχνία




Υπάρχουν πράγματα που πασχίζεις να κατακτήσεις
   κι όμως ποτέ τους δεν σου δίνονται. 
Υπάρχουν και τόσες λαμπρές ευκαιρίες που επιμένουμε να προσπερνάμε,
Υπάρχει τόση αγνότητα που μας περιμένει να την μεταδώσουμε. 
-------------------------------------


montrian
κλεμμένο έργο από την Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας*




Τα μικροσκοπικά κομμάτια ... συμπληρωματικά. 
Σε βοηθά το σχήμα τους, 
η συνέχεια των γραμμών και των χρωμάτων. 
Βρίσκεις τη σωστή τους θέση.
Τα αρμόζεις. 

Ολοκληρώνεις την εικόνα.
Ίσως το κατάλληλο λειτούργημα για σένα: 
η συντήρηση των έργων τέχνης.
Να σταματάς τη φθορά των αγαλμάτων.
Να ζωντανεύεις χρώματα απ' τις παλιές εικόνες.
Να ενώνεις κομματάκια από τ' αγγεία. 
Να βοηθάς την οικουμένη να τα δει ξανά. 

Ένας σωρός οι βάρβαροι, 
με τα χοντρά τους άρβυλα, 
συνθλίβουν των παιδιών μας τον πολιτισμό.
Στα νιάτα τους με μούσκουλα καυχιόνται,
στα γηρατειά τους έχουν μέγα πάχος,
τίποτα πια δεν τους γεμίζει την καρδιάν το(υ)ς.
Ούτε κι αυτά τα τόσα έργα τέχνης,
που πάνε κι αγοράζουνε με τα καντάρια.

Υπήρχε κάποτε ένας δον Κιχώτης
ισχνός κι ασθενικός κι ατσούμπαλος, σαν καλλιτέχνης.
Τόσο χαριτωμένος στους αιώνες, 
χαροπαλεύει μια ζωή για μια αγάπη κι έναν ανεμόμυλο.
 Αθόρυβα, αχνά δούλευε τη γραφίδα του ο Θερβάντες.
Το ξέρεις πως είχε χάσει στο Ναυαρίνο το 'να του το χέρι;

 
Κι αν η ζωή μας δεν είναι μια ταινία;
Αν η ζωή μας είναι μια εικόνα, έτσι δα κατακερματισμένη,
και ψάχνουμε ολοένα στα συντρίμμια;
Τις υψηλότερες στιγμές ο χρόνος θα τις κρίνει.
Ποιο χέρι μας είν' το καλό και ποιο το σκάρτο.
Γι' αυτό εσύ αν έχεις δύο χέρια, 
κάνε το καλό. 

Να ενώνεις τα κομμάτια.
Να βρίσκεις σ' όλα ένα νόημα.
Κι αν όλα αυτά τ' αστέρια, 
που κάποιοι εκάμαν με τα χέρια τους,
                                  σβήσουν από τα πόδια κείνων 
που δεν είχαν μάτια διψασμένα,
όλο και κάποιο ψήγμα θα γλιτώσει, μη σε νοιάζει...
Κάποιο παιδί ψάχνοντας για το τόπι του,
κάποιος σκουντούφλης "άτυχος",
μέσα στη χούφτα, πάλι, θα το καμαρώσει.



 * έργο του Ολλανδού ζωγράφου Πιέτ Μοντριάν το οποίο φιλοτεχνήθηκε το 1905 και απεικονίζει ένα τυπικό ολλανδικό τοπίο με ανεμόμυλο κατά μήκος ενός ποταμού. Το έργο έχει διαστάσεις 35Χ44 εκατοστά. Στην Εθνική Πινακοθήκη έφθασε κατόπιν δωρεάς του Αλέξανδρου Παππά, ο οποίος το είχε αγοράσει το 1963. Πηγή εικόνας και παραπομπής

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

εφιάλτες

                                             
                                                   Σας προσκαλώ να τους ξεδιαλύνουμε μαζί στο φως της μέρας.


ψάχνοντας για εικόνες βρέθηκα σε αυτή την παράλληλη πραγματικότητα.



Κουράστηκα στο όνειρό μου.
Ήταν φορές που - στ' αλήθεια - ένιωσα την ανάσα μου να κόβεται.
Είδα ότι περπατούσα χωρίς σταματημό.
Στην αρχή πάταγα στρωτά, μα ύστερα, 
απ' την κούραση, μου ξέφευγε και κλώτσαγα τις πέτρες.
Μπροστά μου είχα να περπατούν τα παιδιά. Πώς αλλιώς;
Κάποτε θυμόμουν πως διαμαρτύρονταν, αλλά φαινόταν πως πια είχανε συνηθίσει.
Διανύσαμε μεγάλη απόσταση, σ' αυτή την άγονη γη. Ύστερα φτάσαμε σε μια πόλη.
Πονούσανε τα πόδια μου - και τα παπούτσια μου τι να μου κάνουν; τρύπια ήτανε κι αυτά. 
Παγώνανε τα δάχτυλά μου. Συνέχιζα την πορεία μου, όλο μπροστά.

Διψούσαμε. Ξερό ήτανε το στόμα μας.
Κι από ποιον να ζητήσουμε νερό; Να ‘βλεπες πως μας κοιτούσαν! Βρύσες στο δρόμο, δεν υπήρχαν.
Πεινούσαμε. Οι πόρτες, όλες κλειστές. Ψάχναμε να βρούμε φρούτα στα δέντρα για να κόψουμε.
Αν δε χορταίναμε, στεκόμασταν έξω από μαγαζιά. Δε ζητιανεύαμε.
Πηγαίναμε και περιμέναμε στην πίσω πόρτα.
Μας βλέπανε οι από μέσα. Αν δε μας έδιωχναν, περιμέναμε. 
Όταν αδειάζανε απ' τη δουλειά, μας βγάζανε ό,τι αποφάγια είχανε. 
Φαίνεται πως ήταν σύστημα αυτή η ιστορία. Δεν ευχαριστούσαμε πια. 
Δεν ανταλλάζαμε κουβέντα. Μόνο πέφταμε να τρώμε με τα χέρια μας. 
Κοίταξα έπειτα τα χέρια μου, ελεεινά. Έκανα νόημα στους μάγειρους και βγάζανε έναν κουβά.  
Πρώτα πίνανε τα παιδιά να ξεδιψάσουν, μετά εγώ, μετά πλέναμε χέρια, λαιμό και τελευταίο το στόμα. 
Δεν τρώγαμε από τα σκουπίδια. Δε θέλαμε. Άλλοι έτρωγαν.
Συναντούσαμε κι άλλους εκεί. Βγάζαμε με βια όλα τα ρούχα, ρίχναμε ένα βλέμμα και τ' αφήναμε έξω από τους κάδους για να τα βρούνε κι άλλοι. Παπούτσια; Έψαχνα με μανία για παπούτσια.
Όλα μου ήτανε μικρά, στενά.

Δεν κλέβαμε. Τουλάχιστον δε το βλέπαμε εμείς έτσι.
Δεν απλώναμε το χέρι μας, όσο το θυμάμαι. Μόνο ψάχναμε. Κυνηγούσαμε. 
Όταν βρίσκαμε κάτι όμορφο, κι είχαμε μαζί μας το καρότσι, το βάζαμε πάνω.
Μας κοιτούσαν οι περαστικοί, με οίκτο, με φόβο, με σιχαμάρα.
Θα έφταιγε το χρώμα μας που ήταν άλλο χρώμα. Δεν ήμασταν από κείνα τα μέρη.
Ποιος ξέρει από που βρεθήκαμε σε τούτη τη χώρα.

Στην αρχή τα καταφέρναμε. Μα έπειτα αρχίσανε να μας διώχνουν. Να μας κυνηγάνε.
"Ζώα" μας φώναζαν στη γλώσσα τους, σαν να μην ήμασταν άνθρωποι, μα σκυλιά. 
Κι άλλα πολλά μας λέγανε, που δεν καταλαβαίναμε.
Στο τέλος μας απείλησαν. Πρώτα με πέτρες οι θρασύδειλοι, κι έπειτα με ξύλα.
Ένας τους έβγαλε από τη ζώνη του μαχαίρι. Σκέφτηκα την ιδέα να χαθώ εγώ και να μείνουν μόνα τα παιδιά. Ή να μου αρπάξουν κανένα παιδί να με απειλήσουν. 
Τραβούσα τα παιδιά με όλη μου τη δύναμη και οπισθοχωρούσα. 
Μόνο ο Θεός θα μπορούσε να μας λυπηθεί.

Συμβαίνει μόνο στα όνειρα. 
Άρχισε η να βρέχει! Απότομα και δυνατά.
Σκορπίστηκαν διαμιάς. Μείναμε μόνοι.

Μας άφησαν στην ησυχία μας. Στην αναζήτησή μας. Στο μακρύ μας δρόμο.
Εμείς θα περπατούσαμε ξανά. Τα ρούχα θα στεγνώναν πάνω μας.


--------------------------------------------------
Έχω γίνει πιο δυνατός άνθρωπος.
Σε άλλες περιπτώσεις, το όνειρο θα κοβόταν στο μαχαίρι.
Κι όμως, σαν να πήρα βαθιά ανάσα, πιέστηκα να μείνω να ζήσω τη συνέχεια.
Ξύπνησα παραμιλώντας. Αυτά που έλεγα μοιάζανε κάπως έτσι.

"Λένε πως τελειώνει το νερό, πως το φαγητό δε φτάνει για όλους.
Τα πράγματα δεν είναι όπως ήτανε.
Όταν περπατάς όλη μέρα, δεν μπορείς να έχεις μαζί σου πολλά πράγματα.
Πρέπει να διαλέξεις.
Το μυαλό και το κορμί σου, σίγουρα. Το μάτι σου, που κόβει.
Ταπεινοφροσύνη και περηφάνια συνάμα.
Ξύλα δεν θα φέρεις μαζί σου, ούτε και τις πέτρες σου.
Ένα μαχαίρι ναι, είναι χρήσιμο για πολλά.
Τα χρυσά, τα χρήματα και οι σφαίρες θα σου τελειώσουν γρήγορα.

Θα τα βρουν μπροστά τους όλα αυτά.
Τα σκουπίδια. Το μακρύ το δρόμο.
Θα μας βρουν μπροστά τους.
Θα είμαστε πιο έτοιμοι, πάντα ένα βήμα πιο μπροστά.
Δεν θα έχουμε το χρόνο να τους μάθουμε πως να επιβιώνουν. 
Δε θα ‘χουμε το χρόνο ούτε να τους κοιτάξουμε.
Ούτε ν' ακούσουμε την απολογία τους, για κείνο το "ζώα".
Δεν υπάρχει ντροπή. 
Ούτε να ντρέπονται δεν θα προλαβαίνουν.
Όπως και μεις..."