Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κάλαντα Αη Βασίλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κάλαντα Αη Βασίλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

νυχτέρι



Αν είχατε νυχτέρι
και μείνατε ξυπνητοί για να αλλάξει ο χρόνος,
και σας αρέσουνε τα κάλαντα,
κι οι ιστορίες οι παλιές,
θα σας πω μιαν ιστορία των ημερώνε.

Τηνε βάφτισα
"Του ξωτάρη* το πάθημα" 
Ήτανε Παραμονή τ' Αγίου Βασιλείου, κι ένας γέρος είχε ξωμείνει, μονάχος, στην εξοχή.
Το φρόνιμο θα 'τανε, αφού είχενε ταΐσει και φυλάξει τα ζώα, να γυρίσει γλήορα γλήορα στη Χώρα για τον ασπερινό... Γιατί, τη νύχτα κείνη, οι άντρες θα κάνανε γύρα για τα κάλαντα. Κι άμα είχανε μαζί και τις τσαμπούνες... εκεί να δεις, τραγούδια και πειράγματα!
Τα κάλαντα στοχάστηκε κι ο γέρος αφού τέλειωσε τις δουλειές του, κι έβγαλε την τσαμπούνα του από το σακούλι να τη δοκιμάσει. Του εφάνη κομμάτι στριγγιά και την έλυσε για να την εξετάσει. Του πήρε ώρες να ταιριάξει τα μπιμπίκια... Αφού πια την έστρωσε, και λαλούσε κατά πως έπρεπε, την έδεσε και πάλι όπως πρώτα. Τηνε πότισε και τσίπουρο, ήπιενε κι ελόγου του, και βάλθηκε να παίζει. 



Έπαιξενε κι έπαιξενε... τραγούδια του χορού... μπάλους και πόλκες... 
και τέλειωσε να παίζει πια με τον Άη Βασίλη. Κι εκεί έπιασε το τραγούδι. Ακουμπούσε στο μάγουλο το κόκκαλο και τραγουδούσε όσο πιο δυνατά μπορούσε, ως έκαμε στη νιότη του.


     Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά 
   αρχή -αρχή του Γεναρίου 
και εορτή του μάκαρος 
Αγί -Αγίου Βασιλείου
Αγιος Βασίλης έρχεται
από -από την Καισαρεία
βαστά εικόνα και χαρτί
χαρτί -χαρτί και καλαμάρι
το καλαμάρι έγραφε 
και το -και το χαρτί ομίλειε:
Βασίλη πόθεν έρχεσαι 
και πο -και πόθεν κατεβαίνεις
από τη μάνα μ' έρχομαι
και στο -και στο σχολειό πηγαίνω
Κάτσε να φας κάτσε να πιες
κάτσε -κάτσε να τραγουδήσεις
κάτσε τον πόνο σου να πεις
να μας -να μας καλοκαρδίσεις
Εγώ γράμματα μάθαινα
τραγού -τραγούδια δεν ηξεύρω
και σαν ηξέρεις γράμματα
πες μας -πες μας την αρφαβήτα
και στο ραβδί του ακούμπησε
να πει -να πει την άρφαβήτα
ξερό ραβδί χλωρό ραβδί
χλωρά -χλωρά βλαστάρια επέτα
κι απάνω στα κλωνάρια του
περδι -περδικες κελαηδούσαν
δεν ήσαν μόνο πέρδικες 
ήσαν -ησάν και τρυγονάκια
να κατεβαίνουν στο γιαλό
να πι -να πίνουν ν' ανεβαίνουν
να ραίνουν τον αφέντη μας
τον πο -τον πολυχρονεμένο
....
Έτσι επέρασεν η ώρα και άρχισε να νυχτώνει. 
Αφού φχαριστήθηκε για καλά την τσαμπούνα, θυμήθηκεν ο γέρος να γυρίσει σπίτι του. Φορτώσε το μουλάρι του, και πήρε το δρόμο κι όλο σφύριζε και κανένα απ' τα παινέματα, τα κρυφά, και γελούσαν και τα μουστάκια του.

Κει που κατηφόριζε στ' Αη Λια το ρέμα ... σ' ένα τρίστρατο... σαν ν' ακουσε κι άλλη μια φωνή εξόν απ' τη δική του. 
Δίνει προσοχή, 
κι ακούει ένα κλάμα,
μα τι κλάμα! 
Σου σπάραζε την ψυχή. 
Κοιτάει αυτού, κοιτάει παραπέρα, και γλιέπει και σε μια ξερολιθιά... 
ένα μικρούλικο παιδί.
Το συμπόνεσεν πολύ, ο γέρος... και του 'πενε:

- Γιόκα μου,οφού! Να σε χαρώ, τι κάμεις οδώ όξω;
- Έπεσα από το ζώο μου. Το δρόμο δεν τον ξεύρω.
Πορπάτησα, πορπάτησα, και έχω μπαϊλντήσει.
- Σώπα, παιδί μου, και μην κλαις. Σε παίρνω εγώ, μαζί μου.

Σαρτάρισε ο μικρός στα καπούλια του μουλαριού.



Εμίλιε ο γέρος, ώρες και ώρες, μη τυχόν και θυμηθεί το παιδί το λόγο πού 'κλαιγε. Έλεγε, για τους κιντύνους της νύχτας. Για τις καλές κυράδες που άμα σε περιλάβουνε σε χορεύουνε μέχρι που να σε σκάσουνε. Κι άμα σου μιλούνε δεν πρέπει να τους μιλείς, μόνε να κρατάς ένα κομμάτι ψωμί και σπίρτα. Και για τους καλλικατζάρους που είχαν έρθει στη γη απ' την Παραμονή των Χριστουγέννων.. Που κάνουν τούτο και κείνο, που ναι μια σταλιά, που χουνε μάτια φλόγινα, δοντια τέτοια....
Έλεγε, έλεγε... και χανόταν πίσω τους οι εξοχές...
Κι απάνω που 'λεγε, κειές τσι ιστορίες... γίνεται, να σε χαρώ, η χάλαση του κόσμου.
Βοή τρανή.... σεισμός της γης... Έτριζεν η στεφάνη του βουνού...  
και κατεβαίναν οι βολάδες...
ολάκεροι βράχοι να φράξουνε το δρόμο.
Ο γέρος τα χε χαμένα.
Κι ακούει εκείνη την ώρα ένα γέλιο φοβερό που σού κοβε το αίμα.
-  χε  χε  χε  χε χε
 
Γυρνάει να δει πίσω του, και... τι να δει!
Το παιδί ήτονε... που γελούσε! Κι είχε, όπως στο λέω... μάτια κόκκινα της φλόγας και δόντια κοφτερά, μαλλιά δυο πήχες, και τα ποδάρια του είχανε μακρύνει... που σερνούντανε χάμου... Τον είχε πιάσει ο καλλικάντζαρος για τα καλά! ... και δεν τον άφηνε το γέρο.

Πώς του κοψε κείνη την ώρα, πιάνει μια τα σπίρτα του και το ψωμί που χενε στην τσέπη, και σταμάτησεν η χάλαση. Δίνει μια του καλλικατζάρου με όλη του τη δύναμη και τον πετάει σε κάτι φρύγανα,  πιάστηκαν τα μαλλιά του, πού να φύγει;
Δίνει ευτύς ο γέρος μια τσεντιά δυνατή του μουλαριού, κι όπου φύγει φύγει.

Δεν ματακοίταξεν πίσω του.
Κι από την κάμαρή του έκανε μέρες να βγει.

Γι αυτό κι εγώ φοβούμαι τις νύχτες των γιορτάδων να μένω στις εξοχές
μην τύχει και τονε δω,  
κειό τον καλλικάτζαρο, 
ζωντανόν, εμπρός μου. 


... και από χρόνου θα σας πω
και σας περί ευχαριστώ
ευτυχές - ευτυχές το νέο έτος
να περά- να περάσουμε και φέτος 



-------------------------------
* ξωτάρης στα τζιώτικα είναι ο κάτοικος της εξοχής.
Πρόκειται για δική μου διασκευή μιας ιστορίας
που έλεγε η προγιαγιά η Χρυσώ από τα Ελληνικά,
στον πατέρα μου, όταν τη φιλοξενούσανε στη Χώρα, για τις γιορτάδες.