Σελίδες

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

εφιάλτες

                                             Ζω σε παράξενους καιρούς. 
Οι εικόνες που βλέπω έρχονται σαν ανακυκλωμένες από άλλοτε. 
Θα μπορούσε να είναι η "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" του Καρόλου Ντίκενς.
                                     Είναι όμως ένα όνειρο, ένας εφιάλτης που είδα προχτές.
                                                             Με στοιχειώνει. Με πεισμώνει. 
                                                   Σας προσκαλώ να τον ξεδιαλύνουμε μαζί στο φως της μέρας.


ψάχνοντας για εικόνες βρέθηκα σε αυτή την παράλληλη πραγματικότητα.



Κουράστηκα στο όνειρό μου.
Ήταν φορές που - στ' αλήθεια - ένιωσα την ανάσα μου να κόβεται.
Είδα ότι περπατούσα χωρίς σταματημό.
Στην αρχή πάταγα στρωτά, μα ύστερα, 
απ' την κούραση, μου ξέφευγε και κλώτσαγα τις πέτρες.
Μπροστά μου είχα να περπατούν τα παιδιά. Πώς αλλιώς;
Κάποτε θυμόμουν πως διαμαρτύρονταν, αλλά φαινόταν πως πια είχανε συνηθίσει.
Διανύσαμε μεγάλη απόσταση, σ' αυτή την άγονη γη. Ύστερα φτάσαμε σε μια πόλη.
Πονούσανε τα πόδια μου - και τα παπούτσια μου τι να μου κάνουν; τρύπια ήτανε κι αυτά. 
Παγώνανε τα δάχτυλά μου. Συνέχιζα την πορεία μου, όλο μπροστά.

Διψούσαμε. Ξερό ήτανε το στόμα μας.
Κι από ποιον να ζητήσουμε νερό; Να ‘βλεπες πως μας κοιτούσαν! Βρύσες στο δρόμο, δεν υπήρχαν.
Πεινούσαμε. Οι πόρτες, όλες κλειστές. Ψάχναμε να βρούμε φρούτα στα δέντρα για να κόψουμε.
Αν δε χορταίναμε, στεκόμασταν έξω από μαγαζιά. Δε ζητιανεύαμε.
Πηγαίναμε και περιμέναμε στην πίσω πόρτα.
Μας βλέπανε οι από μέσα. Αν δε μας έδιωχναν, περιμέναμε. 
Όταν αδειάζανε απ' τη δουλειά, μας βγάζανε ό,τι αποφάγια είχανε. 
Φαίνεται πως ήταν σύστημα αυτή η ιστορία. Δεν ευχαριστούσαμε πια. 
Δεν ανταλλάζαμε κουβέντα. Μόνο πέφταμε να τρώμε με τα χέρια μας. 
Κοίταξα έπειτα τα χέρια μου, ελεεινά. Έκανα νόημα στους μάγειρους και βγάζανε έναν κουβά.  
Πρώτα πίνανε τα παιδιά να ξεδιψάσουν, μετά εγώ, μετά πλέναμε χέρια, λαιμό και τελευταίο το στόμα. 
Δεν τρώγαμε από τα σκουπίδια. Δε θέλαμε. Άλλοι έτρωγαν.
Συναντούσαμε κι άλλους εκεί. Βγάζαμε με βια όλα τα ρούχα, ρίχναμε ένα βλέμμα και τ' αφήναμε έξω από τους κάδους για να τα βρούνε κι άλλοι. Παπούτσια; Έψαχνα με μανία για παπούτσια.
Όλα μου ήτανε μικρά, στενά.

Δεν κλέβαμε. Τουλάχιστον δε το βλέπαμε εμείς έτσι.
Δεν απλώναμε το χέρι μας, όσο το θυμάμαι. Μόνο ψάχναμε. Κυνηγούσαμε. 
Όταν βρίσκαμε κάτι όμορφο, κι είχαμε μαζί μας το καρότσι, το βάζαμε πάνω.
Μας κοιτούσαν οι περαστικοί, με οίκτο, με φόβο, με σιχαμάρα.
Θα έφταιγε το χρώμα μας που ήταν άλλο χρώμα. Δεν ήμασταν από κείνα τα μέρη.
Ποιος ξέρει από που βρεθήκαμε σε τούτη τη χώρα.

Στην αρχή τα καταφέρναμε. Μα έπειτα αρχίσανε να μας διώχνουν. Να μας κυνηγάνε.
"Ζώα" μας φώναζαν στη γλώσσα τους, σαν να μην ήμασταν άνθρωποι, μα σκυλιά. 
Κι άλλα πολλά μας λέγανε, που δεν καταλαβαίναμε.
Στο τέλος μας απείλησαν. Πρώτα με πέτρες οι θρασύδειλοι, κι έπειτα με ξύλα.
Ένας τους έβγαλε από τη ζώνη του μαχαίρι. Σκέφτηκα την ιδέα να χαθώ εγώ και να μείνουν μόνα τα παιδιά. Ή να μου αρπάξουν κανένα παιδί να με απειλήσουν. 
Τραβούσα τα παιδιά με όλη μου τη δύναμη και οπισθοχωρούσα. 
Μόνο ο Θεός θα μπορούσε να μας λυπηθεί.

Συμβαίνει μόνο στα όνειρα. 
Άρχισε η να βρέχει! Απότομα και δυνατά.
Σκορπίστηκαν διαμιάς. Μείναμε μόνοι.

Μας άφησαν στην ησυχία μας. Στην αναζήτησή μας. Στο μακρύ μας δρόμο.
Εμείς θα περπατούσαμε ξανά. Τα ρούχα θα στεγνώναν πάνω μας.


--------------------------------------------------
Έχω γίνει πιο δυνατός άνθρωπος.
Σε άλλες περιπτώσεις, το όνειρο θα κοβόταν στο μαχαίρι.
Κι όμως, σαν να πήρα βαθιά ανάσα, πιέστηκα να μείνω να ζήσω τη συνέχεια.
Ξύπνησα παραμιλώντας. Αυτά που έλεγα μοιάζανε κάπως έτσι.

"Λένε πως τελειώνει το νερό, πως το φαγητό δε φτάνει για όλους.
Τα πράγματα δεν είναι όπως ήτανε.
Όταν περπατάς όλη μέρα, δεν μπορείς να έχεις μαζί σου πολλά πράγματα.
Πρέπει να διαλέξεις.
Το μυαλό και το κορμί σου, σίγουρα. Το μάτι σου, που κόβει.
Ταπεινοφροσύνη και περηφάνια συνάμα.
Ξύλα δεν θα φέρεις μαζί σου, ούτε και τις πέτρες σου.
Ένα μαχαίρι ναι, είναι χρήσιμο για πολλά.
Τα χρυσά, τα χρήματα και οι σφαίρες θα σου τελειώσουν γρήγορα.

Θα τα βρουν μπροστά τους όλα αυτά.
Τα σκουπίδια. Το μακρύ το δρόμο.
Θα μας βρουν μπροστά τους.
Θα είμαστε πιο έτοιμοι, πάντα ένα βήμα πιο μπροστά.
Δεν θα έχουμε το χρόνο να τους μάθουμε πως να επιβιώνουν. 
Δε θα ‘χουμε το χρόνο ούτε να τους κοιτάξουμε.
Ούτε ν' ακούσουμε την απολογία τους, για κείνο το "ζώα".
Δεν υπάρχει ντροπή. 
Ούτε να ντρέπονται δεν θα προλαβαίνουν.
Όπως και μεις..."


8 σχόλια:

  1. Για φαντάσου..δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από τον ξεριζωμό και την εξαθλίωση..είναι πολύ λυπηρό..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. "Ούτε να ντρέπονται δεν θα προλαβαίνουν"...ούτε τώρα ντρέπονται..δυστυχώς εμείς ντρεπόμαστε ακόμα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. μαγευτικό...
    το διαβάζω ξανά και ξανά...
    συγχαρητήρια!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. δε πιστεύω στα όνειρα..και η εκκλησία λέει να μη πιστεύουμε σ αυτά (νομίζω) αλλά πιστεύω ότι ο Θεός είναι κοντά σου και κοντά μας σαν ανθρωποι και σαν χώρα και μας βοηθά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Καλησπέρα φίλοι μου!

    @Βέρα μου, σ'ευχαριστώ για την ανάγνωση. Είναι όντως λυπηρό. Έχω ακούσει ιστορίες από Πρόσφυγες Μικρασιάτες, για το τι αντιμετώπισαν εδωπέρα. Πόσο απάνθρωποι οι άνθρωποι. Καλό σου Σαββατοκύριακο

    @me(maria)ανταποκρίθηκες άμεσα και κατάλαβες την αλήθεια που κρύβεται και την επικαιρότητα του πράγματος. Καλό Σαββατοκύριακο, με ακόμα περισσότερες φωτογραφικές εξορμήσεις, εύχομαι! Φιλιά

    @JonyG ευχαριστώ για τον αναγνωστικό χρόνο που διέθεσες, ενόσω γράφεις με τόσο πάθος για την επικαιρότητα! Μπράβο και σε σένα! Καλό Σαββατοκύριακο

    @Δελφινάκι σ'ευχαριστώ για την υποστήριξη, μακάρι να είναι όπως τ αλες... Εγώ βλέπω ότι μερικοί μερικοί δεν έχουν το Θεό τους. Κι ας κόπτονται... Καλό Σαββατοκύριακο!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Αργώ, αλλά έρχομαι πάντα από δω να μαζέψω τους θησαυρούς που γράφεις... Κάθε φορά αξίζει τον κόπο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Στέλλα μου, πόση χαρά μου δίνεις με την επίσκεψή σου και το σχόλιό σου. Και να ξέρεις ότι πάντα σε συνδέω με την πιο τρυφερή αγκαλιά, με την πιο γλυκιά ελπίδα... Πολλά φιλιά!!!

      Διαγραφή
  7. Το λυπηρό είναι πως στις μεγαλουπόλεις του 2013, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που ζουν έτσι. Οι κεντρικές πλατείες είναι στολισμένες με φωτάκια, αλλά η γιορτή δεν φτάνει μέχρι τα στενάκια που κοιμουντα άνθρωποι σε χαρτόκουτα. Για κάποιους τα Χριστούγεννα δεν έρχονται ποτέ. Κάποιοι δεν θα δουν ποτέ τον πόνο που υπάρχει γύρω τους, παρά μόνο τα βρώμικα ρούχα. Ας προσπαθήσουμε εμείς να δούμε πέρα από αυτά και να διδάξουμε το ίδιο και στα παιδιά μας. Χαίρομαι που σε βρήκα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Έτσι στα μουγγά θα καθόμαστε, πείτε κι εσείς κάτι...