Σας προσκαλώ να τους ξεδιαλύνουμε μαζί στο φως της μέρας.
![]() |
| ψάχνοντας για εικόνες βρέθηκα σε αυτή την παράλληλη πραγματικότητα. |
Κουράστηκα στο όνειρό μου.
Ήταν φορές που - στ' αλήθεια - ένιωσα την ανάσα μου να κόβεται.
Είδα ότι περπατούσα χωρίς σταματημό.
Στην αρχή πάταγα στρωτά, μα ύστερα,
απ' την κούραση, μου ξέφευγε και κλώτσαγα τις πέτρες.
Μπροστά μου είχα να περπατούν τα παιδιά. Πώς αλλιώς;
Κάποτε θυμόμουν πως διαμαρτύρονταν, αλλά φαινόταν πως πια είχανε συνηθίσει.
Διανύσαμε μεγάλη απόσταση, σ' αυτή την άγονη γη. Ύστερα φτάσαμε σε μια πόλη.
Πονούσανε τα πόδια μου - και τα παπούτσια μου τι να μου κάνουν; τρύπια ήτανε κι αυτά.
Παγώνανε τα δάχτυλά μου. Συνέχιζα την πορεία μου, όλο μπροστά.
Διψούσαμε. Ξερό ήτανε το στόμα μας.
Κι από ποιον να ζητήσουμε νερό; Να ‘βλεπες πως μας κοιτούσαν! Βρύσες στο δρόμο, δεν υπήρχαν.
Πεινούσαμε. Οι πόρτες, όλες κλειστές. Ψάχναμε να βρούμε φρούτα στα δέντρα για να κόψουμε.
Αν δε χορταίναμε, στεκόμασταν έξω από μαγαζιά. Δε ζητιανεύαμε.
Πηγαίναμε και περιμέναμε στην πίσω πόρτα.
Μας βλέπανε οι από μέσα. Αν δε μας έδιωχναν, περιμέναμε.
Όταν αδειάζανε απ' τη δουλειά, μας βγάζανε ό,τι αποφάγια είχανε.
Φαίνεται πως ήταν σύστημα αυτή η ιστορία. Δεν ευχαριστούσαμε πια.
Δεν ανταλλάζαμε κουβέντα. Μόνο πέφταμε να τρώμε με τα χέρια μας.
Κοίταξα έπειτα τα χέρια μου, ελεεινά. Έκανα νόημα στους μάγειρους και βγάζανε έναν κουβά.
Πρώτα πίνανε τα παιδιά να ξεδιψάσουν, μετά εγώ, μετά πλέναμε χέρια, λαιμό και τελευταίο το στόμα.
Δεν τρώγαμε από τα σκουπίδια. Δε θέλαμε. Άλλοι έτρωγαν.
Συναντούσαμε κι άλλους εκεί. Βγάζαμε με βια όλα τα ρούχα, ρίχναμε ένα βλέμμα και τ' αφήναμε έξω από τους κάδους για να τα βρούνε κι άλλοι. Παπούτσια; Έψαχνα με μανία για παπούτσια.
Όλα μου ήτανε μικρά, στενά.
Δεν κλέβαμε. Τουλάχιστον δε το βλέπαμε εμείς έτσι.
Δεν απλώναμε το χέρι μας, όσο το θυμάμαι. Μόνο ψάχναμε. Κυνηγούσαμε.
Όταν βρίσκαμε κάτι όμορφο, κι είχαμε μαζί μας το καρότσι, το βάζαμε πάνω.
Μας κοιτούσαν οι περαστικοί, με οίκτο, με φόβο, με σιχαμάρα.
Θα έφταιγε το χρώμα μας που ήταν άλλο χρώμα. Δεν ήμασταν από κείνα τα μέρη.
Ποιος ξέρει από που βρεθήκαμε σε τούτη τη χώρα.
Στην αρχή τα καταφέρναμε. Μα έπειτα αρχίσανε να μας διώχνουν. Να μας κυνηγάνε.
"Ζώα" μας φώναζαν στη γλώσσα τους, σαν να μην ήμασταν άνθρωποι, μα σκυλιά.
Κι άλλα πολλά μας λέγανε, που δεν καταλαβαίναμε.
Στο τέλος μας απείλησαν. Πρώτα με πέτρες οι θρασύδειλοι, κι έπειτα με ξύλα.
Ένας τους έβγαλε από τη ζώνη του μαχαίρι. Σκέφτηκα την ιδέα να χαθώ εγώ και να μείνουν μόνα τα παιδιά. Ή να μου αρπάξουν κανένα παιδί να με απειλήσουν.
Τραβούσα τα παιδιά με όλη μου τη δύναμη και οπισθοχωρούσα.
Μόνο ο Θεός θα μπορούσε να μας λυπηθεί.
Συμβαίνει μόνο στα όνειρα.
Άρχισε η να βρέχει! Απότομα και δυνατά.
Σκορπίστηκαν διαμιάς. Μείναμε μόνοι.
Μας άφησαν στην ησυχία μας. Στην αναζήτησή μας. Στο μακρύ μας δρόμο.
Εμείς θα περπατούσαμε ξανά. Τα ρούχα θα στεγνώναν πάνω μας.
--------------------------------------------------
Έχω γίνει πιο δυνατός άνθρωπος.
Σε άλλες περιπτώσεις, το όνειρο θα κοβόταν στο μαχαίρι.
Κι όμως, σαν να πήρα βαθιά ανάσα, πιέστηκα να μείνω να ζήσω τη συνέχεια.
Ξύπνησα παραμιλώντας. Αυτά που έλεγα μοιάζανε κάπως έτσι.
"Λένε πως τελειώνει το νερό, πως το φαγητό δε φτάνει για όλους.
Τα πράγματα δεν είναι όπως ήτανε.
Όταν περπατάς όλη μέρα, δεν μπορείς να έχεις μαζί σου πολλά πράγματα.
Πρέπει να διαλέξεις.
Το μυαλό και το κορμί σου, σίγουρα. Το μάτι σου, που κόβει.
Ταπεινοφροσύνη και περηφάνια συνάμα.
Ξύλα δεν θα φέρεις μαζί σου, ούτε και τις πέτρες σου.
Ένα μαχαίρι ναι, είναι χρήσιμο για πολλά.
Τα χρυσά, τα χρήματα και οι σφαίρες θα σου τελειώσουν γρήγορα.
Θα τα βρουν μπροστά τους όλα αυτά.
Τα σκουπίδια. Το μακρύ το δρόμο.
Θα μας βρουν μπροστά τους.
Θα είμαστε πιο έτοιμοι, πάντα ένα βήμα πιο μπροστά.
Δεν θα έχουμε το χρόνο να τους μάθουμε πως να επιβιώνουν.
Δε θα ‘χουμε το χρόνο ούτε να τους κοιτάξουμε.
Ούτε ν' ακούσουμε την απολογία τους, για κείνο το "ζώα".
Δεν υπάρχει ντροπή.
Ούτε να ντρέπονται δεν θα προλαβαίνουν.
Όπως και μεις..."

