Σελίδες

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

χιούμορ


Να έχεις χιούμορ. 


Κι ο λόγος; Τουλάχιστον για τις δημόσιες υπηρεσίες.

Είχα δει μια ταινία στα 2006-7 , τυχαία. Άλλη ταινία είχα πάει να δω. Ελληνική, γιατί κακά τα ψέματα, σε όλους  αρέσει,  που και που, να ακούμε τη γλώσσα μας στα χείλη των ηθοποιών. Μικρού μήκους ταινία. Παιζόταν ως μπόνους πριν την προβολή της κυρίως ταινίας.


Πηγή


Τίτλος : " Η κούπα" του κινηματογραφιστή Γιάννη Μπουγιούκα.
Είχε θέμα έναν άνθρωπο που προσπαθούσε να βρει άκρη σε μια δημόσια υπηρεσία. Τίποτα δεν προχωρούσε και βρισκόταν διαρκώς μαζί με άλλους σε μια ουρά, που απλωνόταν στις σκάλες κι έφτανε έξω από το κτήριο. Ο κάθε υπάλληλος σε έστελνε σε άλλο κ.ο.κ.
Για να μην μακρυγορώ αυτό που έκανε για να τα καταφέρει να εξυπηρετηθεί ήταν να αλλάξει εμφάνιση και να παραστήσει άτομο με ειδικές ανάγκες. Η αλλαγή αυτή φυσικά, προκαλεί το γέλιο.
Για πότε έκανε τη δουλειά του; Σε χρόνο ρεκόρ! Αφού τα καταφέρνει λοιπόν, γυρίζει στο σπίτι. Ακούγεται μια κούπα να σπάει. Έχει πέσει από τα χέρια του γιου του που βρίσκεται καθηλωμένος στο καροτσάκι, με την ίδια αναπηρία που ο πατέρας παρέστησε.
Χιούμορ και συγκίνηση μαζί.
(Λοιπόν δε το πιστεύω μόλις την εντόπισα! Μπορείτε να την δείτε εδώ.)

Έτσι αντιμετωπίζω την κατάσταση. Με χιούμορ.
Δεν είμαι το άτομο που θα πιαστεί στα χέρια με ανθρώπους στις ουρές, ούτε που θα φωνάξει αν αργεί η ροή των αριθμών στα γκισέ των υπηρεσιών. Δεν κουνάω επιδεικτικά τα χαρτιά στους υπαλλήλους, δεν κραυγάζω να έρθουν οι προϊστάμενοι.
Είμαι το άτομο που θα συμβιβάσει και που θα καθησυχάσει, που θα παραχωρήσει και που θα περιμένει καρτερικά. Που πάει από τα χαράματα και φεύγει μεσημέρι. Και που μέσα σε όλα  παρατηρεί.

Το μελετάω δηλαδή το σύστημα.
Προσπαθώ να έχω καλές επιδόσεις.
Σωστά δικαιολογητικά, πάντα επικυρωμένα, πάντα πλήρη.
Μαθαίνω από τα λάθη μου, κι από τα λάθη των άλλων.
Ψάχνω στο ίντερνετ, παίρνω τηλέφωνο πριν ξεκινήσω για μια υπηρεσία.
Όταν βρεθώ εκεί, κυρία.
Δίνω πληροφορίες,τακτοποιώ δικαιολογητικά, γράφω τις αιτήσεις των άλλων, ακούω τον πόνο τους.

Κι όταν έρθει η σειρά μου, έχω τα μάτια τέσσερα.
Μη με ρίξουν. Μην πέσω σε κάποιον που δεν τα ξέρει καλά.
Βοηθάω να βρεθούν τα στοιχεία μου. Τους μαθαίνω τη δουλειά δηλαδή.
Μου είπε κάποιος: Πρέπει να σε πληρώνουν, κιόλας.

Το παρακάτω βίντεο με αντιπροσωπεύει απόλυτα.
Θα μπορούσε να είχε γυριστεί σήμερα με εμένα πρωταγωνίστρια.
Χαρτιά που δίνω κάθε χρόνο. 
Ξέρω τη δουλειά καλύτερα από τον καθένα ;)

κυρίες και κύριοι με αγάπη από τη φίλη χώρα Ισπανία




-----------------------------------------------------------------------


Να ευχαριστήσω τη Μιράντα και την pergamonto για το παρακάτω βραβείο -  
φυσικά, για την ερμηνεία μου στην ταινία!!!!!!!!

                                                ευχαριστω σοκατζου

και με τη σειρά μου να το δώσω στη Νάσια , στη Στέλλα, στη Ζαμπία , στη Χριστίνα και στη Τζωρτζίνα, γιατί κατά καιρούς μου έχουν φτιάξει τη διάθεση η κάθε μία με το δικό της τρόπο.

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

θησαυρός



Να έχεις θησαυρό. 
Πολύτιμα μικρά γυαλιστερά κομμάτια. 
Απ' ό,τι έζησες, κι απ' ότι ζήλεψες να ζήσεις.
Κι ας μη το ξέρει κανείς, αυτός θα είναι εκεί. Θα περιμένει να σου δοθεί.
Γύρισε να τον βρεις. Κι άλλοι πολλοί θα τον αναζητήσουν.---


Άνετα τα χωράει. Πράγματα χρήσιμα
που ακόμη δεν έχουν βρει, μες στο σπίτι, θέση:
καλώδια, μικροσυσκευές, καθαριστικά, εργαλεία, κι άλλα τόσα...
να τα φυλάξουμε, πωπώ,
μακριά απ' τα μικρούτσικα χεράκια.

Μα τι έχει μέσα; Ρωτούσε η μάνα μου.
Τι ωραίο μπαούλο... Έλεγε ο πατέρας μου.
Σε όλους άρεσε, καθώς φαίνεται.

Καθόταν, φίλε, το μπαούλο χρόνια ολάκερα.
Μπορεί και είκοσι. Στο πίσω μπαλκόνι.
Τι μπογιές, τι γλάστρες, τι κουβάδες σήκωσε.
Κι οι  γάτες το γυρόφερναν σαν ήταν να γεννήσουν.
Ιδού ο καιρός,  λοιπόν, να το αδειάσω. 

Ας το ανοίξουμε, να δούμε τι θα ιδούμε
τι θα πετάξουμε, τι θα φυλάξουμε
κι αν έχει κάτι που ν' αξίζει, να μη σαπίζει.

Στο μπαούλο, θυμάμαι, έμπαινε  κατιτίς,
όποτε έλεγα, λίγο, να συγυρίσω τα χαρτιά μου.
Και τώρα που το άδειασα,
καρδιά δε μου κάνει,
ούτε ένα να πετάξω.

Μικρά μπλοκάκια με τις σκέψεις,
καλλιτεχνήματα μαθητών μου - μα και δικά μου σε παρόμοιες ηλικίες
βιβλιαράκια και τετράδια,
χάρτες και κάρτες από τα ταξίδια
γραπτά μου που δεν έβγαλα στο φως.

Να τονε βάλουμε αλλού το θησαυρό σου, μου είπε.
Να τονε βάλουμε... του είπα,
και κοκκίνισα.


Σαν να ‘χαμε  ανασκαφές.
Κομμάτια αγαπημένα από το παρελθόν, σκόρπια εδώ κι εκεί.
Συγκίνηση μεγάλη. Αμηχανία. Νοσταλγία.
Τόσοι και τόσοι πειρατές έφτιαχναν χάρτη για να ξανάβρουνε το θησαυρό τους.
Πώς μπόρεσα εγώ να τον ξεχάσω; Δεν μπορεί... Κάτι άλλο θα συμβαίνει.

Τα βάλαμε στο πατάρι.
Και τώρα; Πώς νιώθεις;
Κύκλωσα τα χέρια μου γύρω απ' τη μέση του,
απ' τις λίγες φορές που δεν κρατούσα ένα απ' τα παιδιά.
Πώς να νιώθω, θησαυρέ μου; του είπα









------------------------------------------------------------
1.τα αγάλματα από αλυσίδα ποδηλάτου είναι έργα του κορεάτη γλύπτη Yeong Deok Seo
αφιέρωμα του οποίου μπορείτε να δείτε στο παρακάτω ελληνικό blog
http://vmdesignblogg.blogspot.gr/2012/02/blog-post_5825.html


2. Κατοπινή προσθήκη
21.9.2012

Αυτή η καρδιά ήρθε χθες από τη φίλη wild rose και επειδή πρέπει να την παραδώσω στα πιο συγγενικά μου blog επιλέγω αυτό της Ρεγγίνας και της voulaki.

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

μεγάλη καρδιά

Από την πόλη στο νησί, ταξιδεύουμε στο χώρο; Πώς;
Αφού κάθε φορά... κάθε φορά... γυρίζουμε πίσω.  Στο χρόνο.
Μνήμες, ανθρώπων που χάθηκαν μόνο από τα μάτια μας, 
κουβέντες, που δε χορταίνουμε να ακούμε, 
στενές συγγένειες, κι όχι πάντοτε εξ αίματος.
-------


Για  εξηγήσου, να σε χαρώ.
Μου λες, «σκοτάδι». Πίσσα…
Σαν να ‘χει, τώρα, με τα σωστά σου, το σκοτάδι, ένα, μονάχα χρώμα!
Και μαύρο, κιόλας! Άκου, μαύρο!

Αν ήταν έτσι, βρε καλέ μου, θα φαινόταν ετούτη η κορυφογραμμή;
Όχι, πες μου. Στο θεό σου. 
Ρίξε μια ματιά. Δεν έχει και φεγγάρι…
Αν θαρρείς πως αυτό που βλέπεις είναι μαύρο, τι να πω για λόγου σου!

Κι αυτά; Τίποτα δε σου λένε αυτά; Εκεί ψηλά.
Τα ελάχιστα φωτάκια στο βουνό,  και τα μυριάδες στον ουρανό.
Κι ακόμη ψηλότερα. Για δες! 
Μια ζώνη … γάλακτος, στη μέση του θόλου. 
Τόσο λίγο φως και δίνει ελπίδα σε τόσα μάτια!

Μήπως σε «σκοτίζω»;
Έχεις κι εσύ τα δίκια σου, είναι περασμένη η ώρα..
Μα πάλι, αν δεν τ’ ακούσεις από μένα, ποιος θα στα πει;
Θα πας να πέσεις κι εγώ τζάμπα αρχίνησα…
Α, θες να συνεχίσω. Ε, να ‘σαι καλά… Τα λέω νόστιμα, ε; [...]
Σε καλό μας, βραδιάτικα…


Το λοιπόν, η σκοτεινιά, είναι παράξενο πράγμα!
Σε κάνει, όλο να φαντάζεσαι, τούτο και κείνο, 
περισσότερα απ’ όσα πραγματικά είναι στον κόσμο.
Μα, εδώ σε θέλω… Δεν είναι μόνο αυτό.
Γεννά και φόβο.
Πολύν από δαύτον.
Πφ! Κι ιστορίες! Ένα σωρό.
Να σου ειπώ; Μια άλλη φορά, δεν είναι ώρα τώρα...
Να ξεραθείς, σου λέω! Έ, μα τι!

Κι άλλες… παραδόσεις τις λέμε. Πώς νομίζεις ότι γεννήθηκαν; Για τα ωραία μου τα μάτια; Που είσαι; [ …]
Όπως σε βλέπω και με βλέπεις…
Για να… εξορκιστεί… το σκοτάδι... 
Ετούτο το αόρατο, αυτό που υπάρχει ή δεν υπάρχει, εκεί, πέρα από κει που φτάνει το μάτι.

Να! Οι παλιές οι λάμπες ας πούμε. Με κείνη τη μικρή τους τη φλογα.
Α, γεια σου, και τα κεριά..
Φαντάσου, ε; Πώς ένιωσαν, οι άνθρωποι , όταν πρωτάναψαν τις  φωτιές!
 Έ ρε γλέντια!
Kι έπειτα; Όταν βάλανε το ρεύμα το ηλεκτρικό στα σπίτια και στους δρόμους, με κείνα τα θερία, τις κολόνες ντε! Μάνι μάνι, για πότε ξεχάσανε και το φόβο τους, και το σκοτάδι, και τις ιστορίες με τις νεράιδες και τις ξωθιές.

Τι σου λεγα, πρωτύτερα; Α, μάλιστα, για το χρώμα του σκοταδιού! 
Νομίζουμε, που λες, ότι είναι ένα. Κι όμως, δεν υπάρχει μαύρο. 
Είναι σκούρο -δε λέω!- τούτη την ώρα που η μέρα ησυχάζει, μέχρι να ξανάρθει.

Ακολούθησέ με, όπου να ‘ναι φτάνουμε …
Στο σύνορο της νύχτας.
Δεν το βλέπεις πρώτα, παρά το ακούς.
Ανάμεσα στις ανάσες του ύπνου, και τις ντελικάτες φωνές κουδουνιών και μικρών πλασμάτων ζωντανών - Ξαφνικά -γεννιέται η μέρα!

Ακούς τις πρώτες της κραυγές. Βροντερά λαλήματα κοκκόρων πολλών.
Διαπεραστικά, αντιλαλούν χτυπώντας δώθε κείθε στα γύρω βουνά.
Μοιάζουν κρωξίματα γιγάντιων ζώων παλαιών.
Είναι ανατριχιαστικό για κάποιον που ξυπνά εδώ, για πρώτη φορά.
Κι απέ, -πάλε ξαφνικά- κόβονται οι ήχοι, σαν να βυθίστηκε το νεογέννητο στην αγκαλιά.

Κι ύστερα, βλέπουμε ξάφνου μ’ άλλα μάτια. 
Της ανατολής.
Ένα θρυλικό φως... που ρίχνεται, θαρρείς, απάνω καταπάνω στο σκότος. 
Πρώτα αχνά κι ύστερα με όλη του την ένταση.
Εκείνο δείχνει πια, καθαρά, τα κρυμμένα χρώματα - πόσα σκούρα συγγένεψαν για λίγο, μέχρι να εκπέμψουν ξανά σε αυτό που τους έχει οριστεί. Σκούρο μπλε για τον ουρανό, σκούρο καφέ για τα βουνά, σκούρο πράσινο για τα φύλλα των δέντρων, και πάει λέγοντας. 
Και μαζί με τις χρόες, φανερώνονται και οι όγκοι στη φύση : η προοπτική.

Είδες πόσα χρώματα περίμεναν να φανούν μέσα στη σκοτεινιά;

Και λέω τώρα εγώ:
Είδες πόσους φόβους, πόσους πόνους πρέπει να νιώσει κανείς μέχρι να τελειωθεί. Και που ‘σ’ ακόμα…
Τίποτα δεν πρέπει να πετάξεις. Με προσέχεις; [...]

Γίνε μια μεγάλη καρδιά που να μπορεί όλα να τα χωρέσει.





------------------------------------------
Πέρασε πολύς καιρός από την τελευταία ανάρτηση με θέμα το όνειρο. Το παραμύθι εκείνης της ανάρτησης προβλήθηκε στα επιλεγμένα του portal "μικροί μεγάλοι", μεσολάβησε και η παρουσίαση στα topblogs, με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι επισκέπτες, αλλά και οι φίλοι. Να είστε καλά όλοι, καλό φθινόπωρο.