Σελίδες

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

διάθεση καλοκαιρινή

Τζιτζίκια που σκεπάζουν τον ήχο των μηχανών.  
Κύματα που χαϊδεύουν την άμμο, 
                  χαλαρώνουν τ' αυτιά, 
                  νανουρίζουν, 
                  σε κάνουν να θες να κλείσεις τα μάτια,
ορθός, καθιστός, ξαπλωμένος στον ήλιο, ή στον ίσκιο , ή στο φως του φεγγαριού.
Μυρωδιά ιωδίου. Ακροδάχτυλα ρευστά, από την πολύωρη παραμονή στο νερό.
Δροσερά ποτά και μεσογειακές λιχουδιές.
Κι αν ανοίξεις τα μάτια: το λιόγερμα,
ένας ορίζοντας να σου κόβει τη μέρα στα δυο.
Να στέκεσαι εκεί μέχρι να βραδιάσει. 
Κι αν βραδιάσει, δε σε νοιάζει.
Γιατί είναι Καλοκαίρι. 
Γιατί είναι Παρασκευή προς Σάββατο. Ή Σαββατόβραδο.
Ή γιατί έχεις άδεια. Ή γιατί όπως λένε, "παραθερίζεις".


"Καλοκαίρι!"
Όποιος κι αν άκουγε για την Ελλάδα, ήταν η πρώτη λέξη που του ερχόταν στο μυαλό.
Σχεδόν ολόκληρη η οικονομία της χώρας στηριζόταν στο καλοκαίρι.
Χρόνια τώρα, τυπώνονταν σελίδες επί σελίδων, 
λευκώματα, μπροσούρες με τεράστιες δίφυλλες φωτογραφίες, όπου
φιγουράριζαν... ηλιοβασιλέματα, νεροπαιχνιδίσματα, κι εναλλαγή γαλάζιου και λευκού.
Κι ήρθαν πολλοί, πάρα πολλοί, περιηγητές,για να περπατήσουν στα μέρη των αρχαίων 
κατοίκων που ενέπνευσαν την Αναγέννηση κι ολόκληρο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.
Κάποιοι παρέμειναν, κιόλας. Παντρεύτηκαν εδώ, αγόρασαν σπίτια, και προσέφεραν στον τόπο, με τις ιδέες τους, με την εργασία και την προσωπικότητά τους.

"Θέρος" το λέγαμε κάποτε. Τότε που οι άνθρωποι είχαν καθμερινές και σχόλες.
Που κόπιαζαν κοντά στη φύση όλο το χρόνο, μόνο για να θρέψουν την οικογένειά τους.
Που γιόρταζαν την αργία με τα όλα της, με πανηγύρια. Με πιο λαμπρά αυτά των αγίων
του καλοκαιριού. Αυτή ήταν όλη κι όλη η ξεκούρασή τους και ήταν για όλους.
  
Σ' αυτή την κρίση, μας κατηγόρησαν, άδικα, για τεμπέληδες.
Χωρίς να εξετάσουν καλύτερα και στην ουσία να δουν...
ότι δουλεύουμε χωρίς ανάπαυλα, χωρίς ωράριο και χωρίς ανάλογη αμοιβή.
Τι θα λέγατε να γίνουμε, σε πείσμα των καιρών, αυτό που εκείνοι ζηλεύουν;
Να μην αρνηθούμε να γίνουμε ένα με το καλοκαίρι.
Αυτό είναι το γιατρικό.
Να νιώθουμε στο πετσί μας τον ήλιο, να γαληνεύουμε με τη θάλασσα.
Είναι δωρεάν, είναι μπροστά στα μάτια μας και μας αξίζει.
Είναι απαράδεκτο ν' αναστενάζουμε μονάχα, και να γκρινιάζουμε.
Μα, να μη φροντίζουμε για το ίδιο μας το περιβάλλον;;
Πώς θα γίνει να πάμε μπροστά αν δεν σκεφτόμαστε με θετικό πρόσημο;

Γιατί χάσαμε τη χαρά μας;
Να χαμογελάμε, γιατί ήμαστε ζωντανοί, κι έχουμε την "υγειά" μας - 
αυτός είναι ο εξάλλου ο χαιρετισμός στην ελληνική γλώσσα!
Κι αν δεν την έχουμε, (γιατί όχι;) να προσευχόμαστε γι' αυτήν. Να ελπίζουμε.

Πότε ήταν η τελευταία φορά που φτιάξαμε κάτι με τα χεράκια μας,
με ό,τι είχαμε στο σπίτι, 
χωρίς να τρέξουμε να ψωνίσουμε αυτό που φτιάχτηκε μίλια μακριά, 
σε άθλιες συνθήκες, με πίεση και χωρίς αγάπη;
Να φτιάξουμε τη ζωή μας, αχτίδα στην αχτίδα, γεμάτη φως.
Να φτιάξουμε και τη χώρα ολόκληρη, απ' άκρη σ' άκρη.

Η σημερινή πρόταση μου είναι...
Να έχεις όλον το χρόνο
καλή, ζωηρόχρωμη, φωτεινή διάθεση!
Όλον το χρόνο,
διάθεση καλοκαιρινή. 


© marronblogger, απ' το προσωπικό μου αρχείο


-----------------------------------------------
Η ανάρτηση είναι παντελώς χειροποίητη, ακόμα και στη φωτογραφία της.


Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

οργυτοκίνη



Μάθημα Χημείας

Ωκυτοκίνη ονομάζεται. Ή αλλιώς, ορμόνη της αγάπης. 

*
                         Εκκρίνεται στον εγκέφαλο και των δύο φύλων, και είναι 
η ουσία που μας δένει με τα "αντικείμενα  της  στοργής", το σύντροφο και τα παιδιά μας. Εκείνη που μας ενθαρρύνει να χαμογελάμε στο χαμόγελο τους, να αγκαλιάζουμε, να νανουρίζουμε, να κάνουμε όνειρα. Η θαυμαστή εκείνη δύναμη που κάνει μια γυναίκα, να πλημμυρίζει γάλα, μόλις ακούσει τη φωνή του βρέφους, ή τα τρυφερά λόγια του αγαπημένου.
Δεν πρόκειται για το λεγόμενο μητρικό ένστικτο, την προδιάθεση κάθε θηλαστικού να προστατεύει τα βρέφη. Για μένα, αφορά, την ουσία που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο γένος, αυτό που θα λέγαμε "ευαισθησία" ή "ανθρωπιά", το να αγκαλιάζεις την ανάγκη του άλλου, να εμπιστεύεσαι και να συμπαρίστασαι. 

Πιστεύω όμως πως μόλις μια γυναίκα γίνει μάνα, βλέπει όλα αυτά που ούτε υποπτευόταν, στις αληθινές τους διαστάσεις. Δικαίως θα αναρωτηθεί γιατί τη θεωρούσαν μια ζωή το "αδύναμο φύλο". Πόση δύναμη πρέπει να κρύβει μέσα της για να ανταπεξέλθει στον πολυεπίπεδο ρόλο της ! Λένε, πως είναι φτιαγμένη γι’ αυτές τις καταστάσεις, πως "έχει την ικανότητα να φροντίζει". Να φροντίζει τα παιδιά της και όλα τα υπόλοιπα. Το σύντροφο. Τους ξένους - με την έννοια της φιλοξενίας, του κεράσματος. Τους γονείς και των δύο. Ακόμη και οι ζητιάνοι το εκμεταλλεύονται και την πιέζουν περισσότερο, σε κάθε γωνία, σε κάθε φωτεινό σηματοδότη. Ως εδώ υπέροχα.

                                         
                                             Μάθημα Φυσικής


                            Η δράση έχει και την ανάλογη αντίδραση. 
Η ανθρώπινη αντοχή έχει και τα όριά της. Ακόμη κι όταν λέμε, πως κάποιος είναι βράχος ακλόνητος, δεν περιγράφουμε κάτι αληθινό.  Ο άνθρωπος, αυτό το πάνοπλο πλάσμα, άνδρας, γυναίκα, κι ακόμα παραπάνω αν είναι γονιός, να "λυγίζει" πολλές φορές για τους αγαπημένους. Ακόμη και η γυναίκα που είναι φτιαγμένη για τη γέννα, δεν είναι από πέτρα. Το χρέος της φροντίδας, άλλοτε το νιώθει , κι άλλοτε δεν "της βγαίνει"**. Κάποιες φορές απλώς "βάζει τα δυνατά της". Η ζωή της είναι γεμάτη αγωνίες. 


Κι ύστερα είναι και το άδικο, ή αλλιώς το ατύχημα. Τυχαίνει μια συγκυρία, ένα χέρι ανθρώπινο, ένα ανθρωποκίνητο... πληγώνει τους ανθρώπους  της λιγάκι, ή περισσότερο, ή και κάποτε ακόμα πιο βαθιά, ώστε να τους χάνει απ' τα μάτια της... Χωρισμοί, πάντοτε αναπάντεχοι στην εμφάνισή τους. Σαν να παύουν οι μαγνήτες να έλκουν, σαν να αλλάζει η πολικότητα. Κόβονται οι δεσμοί, και η αγκαλιά... αδειάζει:

- Αδειάζει η αγκαλιά; Κι η ωκυτοκίνη τι γίνεται, μαμά; Στερεύει;

- Δε στερεύει... Αλλάζει, σαν την ενέργεια (φυσική κάνουμε, μην το ξεχνάμε)... συνεχίζει να ξεχειλίζει... πρέπει να ξεχειλίζει...

- Αφού αλλάζει, με τι μοιάζει; 
 
- Μοιάζει με Οργή.

                    αφιερωμένο στο μπλογκ mamades sto dromo, για τη χτεσινή επικαιρότητα.


Υ.Γ. Πόσο απέχει η Οργή απ' τη Στοργή; 
Δύο γράμματα.                                            

-----------------------------------------------------------------------------------------

* ειδώλιο σταυρόσχημο, © Ίδρυμα Ν.Π. Γουλανδρή - Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης
Συλλογή Θ.Ν. Ζιντίλη, αρ. 668 αντιγράφω την περιγραφή :  

"Ο συγκεκριμένος τύπος "διπλών" ειδωλίων είναι εξαιρετικά σπάνιος στην Κύπρο και θεωρείται ότι αναπαριστά μητέρα και παιδί, ζευγάρι σε στιγμή ερωτικής συνεύρεσης ή ίσως ακόμη ότι αποτελεί ένα είδος φυλαχτού με μαγικές ιδιότητες, ενδεικτικού της επιθυμίας για την απόκτηση διδύμων. Αυτού του είδους τα ειδώλιο ήταν συνήθως μικρού μεγέθους και κατασκευάζονταν από πικρόλιθο, ένα μαλακό πέτρωμα πρασινο-γάλαζης απόχρωσης, που αφθονεί στην Κύπρο. Το συγκεκριμένο παράδειγμα προέρχεται από την περιοχή της Πάφου, όπου υπάρχουν κοιτάσματα πικρόλιθου.

 Αυτό το σταυρόσχημο ειδώλιο είναι στην πραγματικότητα μια σύνθεση δύο μορφών σε ορθή γωνία (με τη μεγαλύτερη να κρατά στα χέρια της τη μικρότερη). Με μοναδική φαντασία και δεξιοτεχνία, ο προϊστορικός τεχνίτης σκάλισε τη μικρότερη μορφή σε οριζόντια θέση δίνοντας έτσι την εντύπωση ενός ειδωλίου με τα χέρια σε έκταση. Η οπή ανάρτησης στο μέτωπο την μεγαλύτερης μορφής υποδηλώνει ότι το ειδώλιο είχε χρησιμοποιηθεί ως περίαπτο."

* πλάι στο ρομαντικό βλέμμα προς τη μητρότητα, υπάρχει η ειρωνεία της επιλόχειας κατάθλιψης, όπου μάλλον όλα αυτά τα ωραία δεν λειτουργούν, και είναι η μητέρα, εκείνη που χρειάζεται φροντίδα για να μην καταστρέψει τη φωλιά της και βλάψει τον ίδιο της τον εαυτό.

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

κάποιον να σ' αγαπάει

                                                 




                                       Α  φ  ι  ε  ρ  ω  σ  η     π  ρ  ώ  τ  η 



                                                                                            
                                                         Σε αυτόν που απορρόφησε τα σκαμπανεβάσματα αυτής της ανάρτησης.
                                                         και την ανησυχία μου για τη συγγραφική ξηρασία των ημερών.


       

      Το δελτίο τύπου αναφερόταν σε παρουσίαση βιβλίου. Ήταν απόφαση της στιγμής. Θέλησα, μετά από πολύ πολύ καιρό,  να έχω ένα χαλαρό απόγευμα.  Να υποκριθώ πως δεν έχω υποχρεώσεις ή κάποια δουλειά που να επείγει. Να φορέσω κάτι πρόχειρο, και να πάω. Όπως την εποχή, που προσπαθούσα να βρίσκομαι, όσο το δυνατόν πιο κοντά, σε ό,τι καινούργιο συνέβαινε στην Αθήνα, εν τη γενέσει του.

Όταν πέρασα στο Πανεπιστήμιο, έκανα ηρωϊκή έξοδο από τη σχολική ρουτίνα. Χρειάστηκε να διανύσω μεγαλύτερες αποστάσεις για να συναντήσω τη γνώση, αλλά και όλα όσα την περιστοίχιζαν. Ήταν, για μένα η απόλυτη ελευθερία. Είχα την εντύπωση πως όλα γίνονταν  μόνο  για  μένα. Οι ρυθμοί ήταν γρήγοροι; Ακόμη δεν έχω καταλάβει. Ίσως ήταν, μονάχα, η δική μου καρδιά, που χτυπούσε δυνατά. Ήθελα να γνωρίζω κόσμο, να συζητάω μέχρι τελικής πτώσεως! Χωρίς να το συνειδητοποιώ... έλιωνα αδιαμαρτύρητα, τα παπούτσια μου στα ίδια λημέρια. Καφετέριες και Ταχυφαγεία: Σύνταγμα, Μοναστηράκι, Πλάκα, Κολωνάκι, Πανεπιστήμιο, Εξάρχεια, Κυψέλη. Αναγνωστήριο και Αναψυκτήριο της Λέσχης στην Ιπποκράτους. Φωτοτυπεία που μυρίζουν ζεστό χαρτί και μελάνι. Σκάλες. Ναι, οι σκάλες είναι η μέγιστη κοινωνική συναναστροφή, κάθεσαι μαζί με άλλους κρατώντας απαραίτητα κάτι πόσιμο. Κι από κει και πέρα ήταν εύκολο. Όσοι ήθελαν να περάσουν σε σήκωναν, κινιόσουν, μιλούσες. Οι χαιρετούρες αμέτρητες. Αν κουραζόσουν, δεν εθεωρείτο άκομψο να χαιρετάς μόνο με το κεφάλι, στη θέα όλων αυτών των  κορίτσιών και των αγοριών με το επιμελώς-ατημέλητο στυλ. Κι όταν "τράκαρες" τους περισσότερο φίλους, τους ακολουθούσες στα καλύτερα: Γκαλερί, Στοά του βιβλίου, Ζάππειο, Θέατρα, Πάρτυ, Μουσικές Σκηνές. Σύλλογος Παρνασσός, Μέγαρο Μουσικής. 

Προσθεού, μη γίνει παρανόηση! Δεν γίνονταν όλες αυτές οι αποστάσεις με τα πόδια... Χρησιμοποιούσα, όπως και τώρα, τα μεταφορικά μέσα. Ηλεκτρικός και λεωφορεία. Κάρτα απεριορίστων διαδρομών και εισιτήρια ένα σωρό. Ορθοστασία, ή γαλαρία ή σαλονάκι των τεσσάρων. Δύο... και τρεις συγκοινωνίες, μόνο για "το πήγαινε". Ύστερα... ανακάλυψα τον Εθνικό Κήπο. Δεν είχε τόση σημασία για μένα να πάω από τέρμα σε αφετηρία για να κυνηγήσω την πιθανότητα μιας καρέκλας, όση είχε να διασχίσω αυτή την όαση. Περπατώντας στα μονοπάτια του κήπου, από την είσοδο του Συντάγματος  με κατεύθυνση προς την Βασιλίσσης Σοφίας, άλλαζαν οι προτεραιότητες  σε πρωινή άγρια δροσιά, σε ήχο τρεχούμενου νερού, και σε εντυπωσιακά- σε ένταση, αλλά και διάρκεια- κελαηδίσματα. Στην έξοδο, έβρισκα το Μουσείο Μπενάκη, που το 'νιωθα να μου μοιάζει - καθώς ξενυχτούσε κι αυτό μια φορά την εβδομάδα. Η εναλλακτική επιλογή του μετρό, σε μέρες μεγάλης βιασύνης, μου στερούσε αυτήν την ωραία βόλτα. Ο τελικός προορισμός ήταν πάντα η Πανεπιστημιούπολη. Φιλοσοφική: Το Αίθριο. Τα Αμφιθέατρα. Οι τρίωρες παραδόσεις με ανοιχτές αίθουσες. Οι εξετάσεις και οι κόλλες αναφοράς με τη μεγάλη σφραγίδα.  Οι Βιβλιοθήκες. Κι ύστερα, το κυλικείο, το εστιατόριο. Το μουσείο με τα αντίγραφα. Η θέα στο δάσος.

Προς τιμήν εκείνης της ηλικίας, θαρρείς, πήρα το δρόμο για το κέντρο. Προηγήθηκε ολόκληρη επιχείρηση για να αφήσω "τις μικρούτσικες μου έγνοιες" στη μητέρα μου. Έδωσα ραντεβού και με το έτερον ήμισυ. Ήμουν σίγουρη ότι θα περάσουμε υπέροχα. Από παλιά μου άρεσαν τέτοιες εκδηλώσεις, όπου όλοι αναζητούν, εν μέσω θαυμαστών και δημοσιογράφων, το μυστικό της επιτυχίας. Λίγες μέρες νωρίτερα, είχα διαβάσει δυο άρθρα του παρουσιαζόμενου συγγραφέα στο διαδίκτυο, μου είχαν φανεί πολύ καλοδουλεμένα, με πηγιαίο χιούμορ, αν και αυτοσαρκαστικό. Διάβασα το βιογραφικό του. Συνομήλικός μου. Ήταν και αυτό κεφάτο. Έγραφε στο τέλος ότι είχε δύο παιδιά. Φύγαμε!

Όταν μπήκαμε μέσα στο βιβλιοπωλείο σταθήκαμε όρθιοι. Τι περίεργο: διασημότητες και κάμερες δεν υπήρχαν, εκτός από την συντονίστρια δημοσιογράφο, και τον ηθοποιό-ραδιοφωνικό παραγωγό που προλογίζει την έκδοση. Οι θαυμαστές ήταν εκεί. Είδα νέα κορίτσια κι αγόρια, αλλά και ανθρώπους στην ηλικία των γονιών μου, που ξεφύλλιζαν μανιωδώς τα γύρω βιβλία. Όλοι τους, αναγνώστες των βιβλίων-του facebook, του twitter, και της ηλεκτρονικής εφημερίδας.
[  Πολυμορφικότητα του συγγραφέα. Σημείο των καιρών.  Να πρέπει να είναι πανταχού παρών.  Σε όλες τις δυνατές διαδικτυακές γωνιές. Να μπορείς εικονικά να τον συναντήσεις και να συνομιλήσεις μαζί του. Να επέμβεις στο "είναι" του.]
Οι παρευρισκόμενοι είχαν ένα κοινό γνώρισμα - πολύ συγκινητικό κατ' εμέ. Γνώριζαν την ίδια γλώσσα. Τη δική του γλώσσα. Ήξεραν τις ατάκες του, τη φρασεολογία, το περιεχόμενο των βιβλίων του "απ' έξω κι ανακατωτά". Ξάφνου από απλή παρουσίαση, το σκηνικό μεταμορφωνόταν σε "κλουμπ". Σε λέσχη για μυημένους.

Ας γυρίσουμε όμως το φακό στον πρωταγωνιστή. Βρισκόταν μπροστά μας. Έτοιμος να ανοίξει το στόμα του. Tαπεινός, πέρα από κάθε φαντασία. Με κάτι παραπάνω από έντονη συστολή. Σιωπή και στην ομήγυρη, τα μάτια όμως, υγρά, όλο εκτίμηση. Ντρεπόταν ενώπιόν μας.  Κι όμως παρόλο που ψέλιζε κι έκανες προσπάθεια για να καταλάβεις αν όντως είπε αυτό ή εκείνο, εντελώς ξαφνικά, ξεχύθηκε από μέσα του ένα ποτάμι λέξεων.
Ηταν, σαν να τον διαβάζεις. Διαπίστωνες επίσης, ότι αυτά που έγραφε για το άτομό του στα άρθρα ήταν απολύτως αληθή. Η ομιλία του, όπως  ακριβώς και η γραφή του, ήταν μια λεπτομερής έκθεση της προσωπικής,  αλλά και ερωτικής ζωής του. Εισέπραξα πως το  γράψιμο γι' αυτόν είναι  ένας εξορκισμός της δύσκολης παιδικής ηλικίας, ή ακόμα ακόμα, μια μάχη με τον ψυχισμό του. Ηταν πραγματική αποκάλυψη. Τα μάτια του κοινού άνοιγαν διάπλατα, κι η ανταλλαγή μειδιαμάτων έδινε κι έπαιρνε. Απολύτως αυτοβιογραφικός' αυτοσαρκαστικός' παραληρηματικός' κατακερματιζόμενος και χαριζόμενος απλόχερα σε όλους, παλλόμενος ως "κύμβαλο αλαλάζον". 


Ένιωσα έξω απ' τα νερά μου. Είχα κουβαλήσει μαζί μου, όλη την αναμνηστική χαρά της ελευθερίας των φοιτητικών χρόνων, και τώρα ένιωθα την ατμόσφαιρα να βαραίνει.  Βρέθηκα αθέλητα σε μια εκμυστήρευση και άκουγα πράγματα πολύ προσωπικά, ομολογουμένως όχι και τόσο ευχάριστα.


[Στην προσπάθειά μου να βρώ τι με ενόχλησε ακριβώς, έκανα μια αναλογία. Έφερα στη μνήμη μου ένα  παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά, έναν συμφοιτητή μου, με έντονη παρουσία στα μαθήματα λογοτεχνίας. Είχαμε να απαγγείλουμε ένα κείμενο μαζί, σε ένα θεατρικό αναλόγιο. Μια μέρα, όταν τελειώσαμε την πρόβα, προέκυψε μια μεγάλη κουβέντα για την έμπνευση, όσον αφορά την ποίηση. 

-Εσένα ποια είναι η έμπνευσή σου; με είχε ρωτήσει.
-Για να δούμε... Η αγάπη για το καθετί.
-Τι πράγμα; η απάντησή μου του είχε φέρει γέλια.

Έγραψε, σκάλισε σχεδόν, στο τετράδιό μου ένα χαϊκού. Έμμετρο στίχο ομοιοκατάληκτο. Ήταν η σειρά μου να γελάσω.

-Γράφεις με μέτρο; του είπα. Εγώ τα έχω ξεπεράσει αυτά... Οκ!

Του έγραψα κι εγώ ένα. Δεν έδωσε και πολλή σημασία. Μου εξήγησε ότι για κείνον η πηγή έμπνευσης ήταν μύχια και αυτοκαταστροφική. Αυτό ήταν το τέλος της κουβέντας μας. Ξανασυναντηθήκαμε στο αναλόγιο. Ύστερα με κάλεσε σε ένα πάρτυ του. Δεν πήγα. 'Ηταν τύπος που ζούσε έντονα. Αυτά που έγραφε ήταν πολύ τρομακτικά. Έζησε όπως έγραφε. Για λίγο ακόμα.

Έκανε τη ζωή του τέχνη. Όπως κι ετούτος εδώ.] 

Ένιωσα ένα σφίξιμο. Σε τέτοιες εκδηλώσεις δεν συνηθίζεται τόση αλήθεια. Δεν είχα ιδέα πριν ξεκινήσω από το σπίτι, γι' αυτό που θα συναντούσα. Όσο δεν ντρεπόταν εκείνος για τη "δημοσιοποίηση του εγώ" του, τόσο ντρεπόμουν εγώ. Μπορεί να έφταιξε η παραδοχή της ομοφυλοφιλίας, και η πληροφορία ότι, "φυσικά δεν έχει παιδιά κι ούτε πρόκειται". Κρίμα... κι ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που ήρθα: να δω έναν γονιό που γράφει ιστορίες. Έριξα μια ματιά στην ομήγυρη πριν βγω για να δω αν ήταν μόνο δική μου η διαμαρτυρία. Έτυχε να φεύγουν κάνα δυο, από μπροστά μας, και το θεώρησα ευκαιρία. Το ταίρι μου από ώρα δε φαινόταν να διασκεδάζει. Του έκανα νόημα να φύγουμε κι εμείς.

Κι εκείνη την ώρα, μόλις βγαίναμε, τελείωσε και η παρουσίαση. Αφού πήρα μια δυνατή ανάσα, έριξα μια ακόμη ματιά μέσα από τη τζαμαρία του βιβλιοπωλείου. Οι θαυμαστές είχαν προχωρήσει προς το μέρος του συγγραφέα με βιβλία ανα χείρας προς υπογραφή. Του μιλούσαν. Του γελούσαν. Τον αγκάλιαζαν.

Μ' έπιασαν οι τύψεις.
Ήθελα σώνει και ντε, ο άνθρωπος να είναι σαν εμένα; 
Και τι σημαίνει ότι έχουμε την ίδια ηλικία;
Και τι πειράζει που δεν γράφουμε με το ίδιο υλικό και για τον ίδιο λόγο;

Πού πήγαν όλα τα ωραία, που έλεγα στην ανάρτηση για την ανάγνωση,
"να διαβάζουμε τα σημάδια" και "περί ζωντανής βιβλιοθήκης";
Και τότε, σε κλάσματα του δευτερολέπτου, όλα ξεκαθάρισαν μέσα μου. Μήπως...

Μήπως ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο;
Μήπως μετράει μόνο το αποτέλεσμα;

                   Η    α  γ  ά  π  η  των άλλων;

Θαύμασα. Κι όταν θαυμάζεις πρέπει να είσαι ταπεινός. Ήθελα να υποκλιθώ, όπως έκανε ο συγγραφέας στον καθένα που συναντούσε στην είσοδο, πριν από την παρουσίαση, όταν του έσφιγγαν το χέρι.


                                       Α  φ  ι  έ  ρ  ω  σ  η     δ  ε  ύ  τ  ε  ρ  η 



Δρασκέλισα το κατώφλι του βιβλιοπωλείου για δεύτερη φορά. Αγόρασα ένα παλαιότερο βιβλίο του, που είχε πυρήνα έμπνευσης τη μουσική. Ναι, η μουσική, είναι ένα κοινό σημείο. Πήρα κι εγώ σειρά για να πλησιάσω το πρόσωπο της βραδιάς.κι όταν έφτασα, με ρώτησε:
-Τι γράφω;
-Μια ευχή.

[Μα τι θα γράψει ο άνθρωπος;
Με ξέρει για να μου γράψει αφιέρωση  κατά παραγγελία;  Αναγκάστηκα μου κάνω μια περίληψη. Είπα για τη φωλίτσα μου, για τα τιτιβίσματα από τις "μικρές μου έγνοιες", για τη μουσική και τη γραφή.  Σκέφτηκε ένα δευτερόλεπτο, χαμογέλασε, ενώ εγώ μιλούσα ακατάπαυστα, κι] 

έγραψε την ευχή μου. 

Με ευχαρίστησε πρώτος, με το χέρι στην καρδιά- σπάνιο δε νομίζετε;- τον ευχαρίστησα κι εγώ, με ευγνωμοσύνη κι αποχώρησα.

Αφού βγήκα, άνοιξα ξανά για να δω "τα γραμμένα μου".
Ήταν αυτό ΑΚΡΙΒΩΣ που ήθελα από την παρουσίαση, και με το παραπάνω.
Ένα βιβλίο, με μια πολύ ευαίσθητη κι ιδιαίτερη αφιέρωση.

Ούφ! Σαν να συνήλθα.

Σε καλό μου! Τα κατάφερα.
Παρόλα τα εμπόδια - πραγματικά και εικονικά -
συνάντησα το συγγραφέα.

Πειράζει που συνάντησα και τον άνθρωπο;


                                     Α  φ  ι  έ  ρ  ω  σ  η     τ  ρ  ι  τ  η

Υ.Γ. 

Αν ερχόταν σε δική μου παρουσίαση,
Θα του έγραφα

Στον καθ' όλα διάφανο, κι αιώνια νέο .....
Εύχομαι κάθε φορά που γράφεις, να 'ναι σαν την πρώτη φορά.


------------------------------------------------------------------------------------

Σημειώσεις υπό:

 Είδος: Ανάρτηση σε προσωπικό τόνο με θέμα τη συγγραφή
 Πρόσωπα: δύο γονείς με λογοτεχνικές ανησυχίες και ένας συγγραφέας

μια εκμυστήρευση κόντρα τέμπο

Είχα σημειώσει πιθανούς τίτλους-θέματα-ιδέες που ήθελα να μοιραστώ σε προσεχείς αναρτήσεις. Αλλά, απ' όταν πήγα στην παρουσίαση ενός επαγγελματία συγγραφέα - που δουλεύει τα κείμενά του γύρω στις 10-12 ώρες τουλάχιστον καθημερινά, και ό,τι γράφει τυπώνεται - οι λέξεις δεν μου έβγαιναν με την ίδια ευκολία.  Κι ούτε με τον τρόπο που έγραφα πριν. Στην αρχή φοβήθηκα. Ήταν σαν να είχα ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου κι είχα χάσει τον προσανατολισμό μου. Στις τελευταίες πινελιές, κοιτάζοντας το πόνημα από απόσταση προέκυψαν ως δομικά στοιχεία οι τρεις αφιερώσεις. Μία για κάθε πρόσωπο. Είναι άραγε ενδιαφέρουσα η ζωή μας για τους άλλους, ώστε να αποτελέσει ανάγνωσμα;